H αισθητική εξετάζει το φαινόμενο της τέχνης στη σχετική αυτονομία του και στην ιδιαιτερότητά του, επικεντρώνοντας κυρίως στο καλλιτεχνικό έργο. Aσχολείται, δηλαδή, με την ταξινόμηση και τη διάκριση των τεχνών, με τις αισθητικές κατηγορίες, με τους κανόνες σύνταξης του καλλιτεχνικού έργου, με την ιστορία της τέχνης, κ.τ.τ.

H ανθρωπολογία, από την άλλη πλευρά, εξετάζει την τέχνη ως μέρος της κοινωνικής ζωής και όχι έξω από αυτήν. Aπό την εξωτερική πλευρά, την αντικρίζει στις δομικές σχέσεις που έχει με τα άλλα κοινωνικά φαινόμενα στο συνολικό σύστημα της κουλτούρας (οικονομία, πολιτική, εκπαίδευση), στις διαμεσολαβήσεις και στην ιδιαίτερη λειτουργία που εκτελεί. Aπό την εσωτερική πλευρά, ερευνά την αμοιβαία συγκρότηση που παρουσιάζουν τα διάφορα μέρη που τη συνθέτουν (κριτική, μουσεία, θεσμοί), την αλληλεξάρτηση που διαμορφώνουν (π.χ. οι σχέσεις της έβδομης τέχνης με τις άλλες τέχνες), τις αντιφάσεις που εκδηλώνουν, καθώς επίσης και το ολικό φάσμα της παραγωγής και κατανάλωσης των προϊόντων της.

Eνώ για την αισθητική οι καλλιτεχνικές αξίες είναι οικουμενικές, για την ανθρωπολογία οι αξίες αυτές, άρα και η μορφή και ο ρόλος της τέχνης, βρίσκονται σε συνάρτηση με τις πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες, ώστε ερμηνεύεται σε συσχέτιση με αυτές. Eπειδή οι αξίες, όπως και οι θεωρίες της αισθητικής, ανήκουν στα ιδεολογικά-συμβολικά συστήματα της κουλτούρας και επειδή τα συστήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο της ανθρωπολογίας, προκύπτει ότι και η ίδια η αισθητική συνιστά αντικείμενο της ανθρωπολογίας.

 

Πιό συγκεκριμένα για κάθε εποχή και για κάθε κουλτούρα, η ανρθωπολογία της τέχνης ερευνά:

Α. τις διάφορες διαβαθμίσεις της –γούστο, ψυχαγωγία, καθαρή τέχνη- και τις διακυμάνσεις των μεταξύ τους ορίων (π.χ. πού κατατάσσει η κουλτούρα την οπερέτα, την παραλογοτεχνία, το λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο).

Β. τις σχέσεις με την κοινωνική οργάνωση και την κοινωνική πρακτική, π.χ. τις σχέσεις τέχνης και θρησκείας, τις σχέσεις με τα κοινωνικά στρώματα και με την κυρίαρχη τάξη (λαϊκή τέχνη,θέατρο σκιών, καρναβάλι).

Γ. τη διαδικασία της αισθητικής πρόσληψης (μέθεξη, ταύτιση, τελέσεις). Π.χ. ο κινηματογράφος ως σύγχρονος τελεστικός μηχανισμός στις αστικές κοινωνίες.

Δ. τη θέση που κατέχει η τέχνη ανάμεσα στις λειτουργίες της κοινωνικής αναπαραγωγής (κοινωνικοποίηση, μνημεία, τελετουργίες) και στη διαμόρφωση των κοινωνικών και συλλογικών παραστάσεων.

Ε. τη σχέση των συμβολισμών της με την παράδοση, με τα ιδεατά μοντέλα και με την κοσμοαντίληψη της δοσμένης κοινωνίας.

Στ. τoυς λόγους της κυριαρχίας ορισμένων αισθητικών κατηγοριών ή μορφών σε κάθε ιστορική περίοδο (π.χ. το μπαρόκ στην Aντιμεταρρύθμιση).

Ζ. τις σχέσεις της με την ιδεολογία και το ρόλο της στην κοινωνική διάκριση με τη χρήση της ως συμβολικού κεφαλαίου (γόητρο, κειμήλια) και τέλος,

Η. τους όρους της παραγωγής της και τη συμβολή της στη δυναμική του κοινωνικού μετασχηματισμού (πρωτοπορίες, το μπουρλέσκ στο βουβό κινηματογράφο).

 

Από την παραπάνω έρευνα, μέσω της συγκριτικής και της ιστορικής θεώρησης, δίνεται η δυνατότητα να διατυπωθούν χρήσιμες γενικεύσεις.

Kατά την ανθρωπολογία η τέχνη δεν είναι ψυχολογικό αλλά σαφώς κοινωνικό φαινόμενο, γιατί συνεπάγεται την επικοινωνία και τη συλλογική συμμετοχή είτε στην παραγωγή είτε στην πρόσληψη του καλλιτεχνικού έργου. ΄Oπως κάθε κοινωνικό φαινόμενο, το ίδιο και η τέχνη εξαρτάται από το στάδιο της ιστορικής εξέλιξης, από την κοινωνική οργάνωση και από το συμπεριέχον στο οποίο παράγεται η διανέμεται. H τέχνη δεν κατανοείται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κοινωνίες. Eξάλλου, υπάρχουν κοινωνίες που αγνοούν την τέχνη, ακόμα και το όνομά της (λόγου χάρη η αρχαία Σπάρτη). Διαφέρει, επίσης, ο ρόλος τον οποίο εξυπηρετεί κάθε φορά (στο Bυζάντιο εξυπηρετούσε τη θρησκεία, στην Aίγυπτο την εξουσία των Φαραώ και στην αρχαία Eλλάδα τη συνοχή του κράτους – πόλης). Mε διαφορετικό τρόπο κατανοείται η τέχνη ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές τάξεις και τα στρώματα κάθε κοινωνίας (λόγου χάρη στις αρχές του 20ού αιώνα η «καλή κοινωνία» πήγαινε στο θέατρο ενώ ο «λαός» στον κινηματογράφο). Συχνά η τέχνη συγχέεται με το γούστο. Έχουν προταθεί πολλές έννοιες για να δώσουν το κοινό στίγμα των φαινομένων που θα μπορούσαμε να περιλάβουμε στον όρο «Tέχνη». Eπικρατέστερες είναι οι έννοιες της προτύπου μορφής και της δημιουργικότητας, χωρίς αυτό να θεωρηθεί τελεσίδικο.

Στις ανώτερες κοινωνίες σχηματίζονται ιδιαίτεροι θεσμοί για τον έλεγχο της κουλτούρας: ιερατείο, γραφειοκρατία, κέντρα τελετουργίας, γραφή, κ.τ.τ. Oι θεσμοί αυτοί συνιστούν τον πολιτισμό, ο οποίος συνοδεύεται από την ανάπτυξη του οικονομικού και κοινωνικού καταμερισμού, των πόλεων και της πολιτικής οργάνωσης. Πολλοί θεωρητικοί, κυρίως του γερμανικού ρομαντισμού, ταυτίζουν τον πολιτισμό με τα μεγάλα έργα της τέχνης. Έτσι, συνέδεσαν τον αιγυπτιακό πολιτισμό με τις πυραμίδες και την αρχιτεκτονική, τον ελληνορωμαϊκό με τη γλυπτική και τον ευρωπαϊκό με τη μουσική. Aντίθετα, κατά άλλους η τέχνη αποτελεί οικουμενικό γνώρισμα και κάθε κουλτούρα ή πολιτισμός διαποτίζεται από αυτήν.